Πανηγύρι του Χωριού

Στις 31 Αυγούστου είναι η γιορτή της Αγίας Ζώνης της Θεοτόκου.
Από πολύ πρωί εκείνη τη μέρα, ανήμερα της Παναγιάς, μεγάλοι και μικροί ανεβαίνουν στη κορυφή του ομωνύμου βου­νού για να λειτουργηθούν. Έχουν το ετήσιο πανηγύρι τους.
Από πότε καθιερώθηκε τούτο είναι άγνωστο. Σύμφωνα με το έθιμο κάθε σπίτι γιομίζει από μουσαφίρηδες που συνήθως είναι συγγενείς, οι γνωστοί αλλά και φίλοι από τα γύρω χωριά. Δεν έρχονται μόνο για να διασκεδάσουν αλλά και να ιδούν από κοντά τα αγαπημένα τους πρόσωπα, έστω και μια φορά το χρόνο. Δεν υπάρχει ταχύτερος και αμεσότερος τρόπος επαφής εκείνη την εποχή .
Εμένα μου αρέσει το πανηγύ­ρι. Μ' αρέσει γιατί αν και πάλι ταξιδεύω δεύτερη θέση στα καπούλια του γαϊδάρου, είναι όμως στρωμέ­να με στρωσίδι που συνήθως μύριζε λεβάντα. Έρχονται κι ένα σωρό άλλοι από το χωριό μας για να ανεβούμε στην Παναγιά και όλη η ατμόσφαιρα είναι χαρούμενη.
Ξεκινήσαμε χαράματα, πριν καλά -καλά φέξει, τότε που βασίλευε μια απόλυτη ησυχία. Κι όταν βλέπεις να ροδίζει η αυγή πριν καλά- καλά βγει ο ήλιος να τα βάψει όλα ρόδινα, τότε όλα τα πουλιά οδηγημένα από τον Αόρατο Μαέστρο αρχίζουν να κελαηδούν με ένα σωρό μελωδίες, όπως τα μέλη μιας μεγάλης χορωδίας, χαιρετώντας τη μέρα που έρχεται .
Η διαδρομή από το χωριό προς την Παναγιά περνώντας από την πάνω ρούγα και τον Κάνελο με το τρεχούμενο νερό είναι θαυμάσια. Οι μυρωδιές από τους σκίνους, τις μυρτιές, τα πουρνάρια , τα σπάρτα , τα αγριόχορτα και τις φασκομηλιές γεμίζουν τον αέ­ρα και σου δηλώνουν το μεγαλείο της φύσης.
Οι πιο πολλοί από τους πανηγυριώτες όμως όταν βλέπουν τον ήλιο να σηκώνεται, φωνάζουν παρακινώντας ο ένας τον άλλο: «Τρέχατε μωρέ τρέ­χατε και μεσημέριασε και θα μας φάει η κάψα, να προ­λάβουμε και τον παπά μην απολύσει».
Από την κορυφή του βουνού ,ρίχνεις μια ματιά ολόγυρα και μπορείς να δεις τα γύρο υψώματα ,τα χωριά της περιοχής αλλά και μακριά στον ορίζοντα προς την ανατολή να δεις τη Θάλασσα.
Με δέος ακούω τον Παπαλιά να λέει στις ευχές του να μας φυλάει ο Θεός «από λοιμού, λιμού, σεισμού, καταποντισμού, πυρός, μαχαίρας, κλπ.» Και όπως τα λέγει αυτά ο παπάς και βλέπω τον ήλιο να μπαίνει χρωματιστός και λαμπερός από τα παραθυρά­κια του ιερού μέσα στην εκκλησία, λέω με το νου μου: «να αυτό θα είναι το μάτι του Θεού που μας βλέπει και που σίγουρα θα μας ακούει κιόλας και θα μας προ­φυλάξει από όλα αυτά τα κακά»!...
Μια βδομάδα νωρίτερα κάθε σπίτι φροντίζει να προμηθευτή κάθε τι απαραίτη­το και που δεν έχει, για το πανηγύρι . Απαραίτητο θύμα σχεδόν θα είναι για κείνη τη μέρα μια στερφόγιδα και κοντά σ' αυτή για τα σπίτια, πού λογαριάζουν, ότι θα έχουν πολλούς μουσαφίρηδες, θα είναι κι' άλλο σφαχτό, αρνί ή γου­ρουνόπουλα.
Oι μαγαζάτορες εφοδιάζουν το μαγαζί τους με ότι μπορούν να ξοδέψουν κι' οτιδήποτε χρειάζεται για να εξυπηρετήσουν τους πανηγυριώτες. Απαραίτητο συμπλήρωμα είναι οι οργανοπαίχτες κι' α­κόμα μια αρτίστα, πού τραγουδάει κι' ακκίζεται πάνω στο πρόχειρο παλκοσένικο χτυπώντας ρυθμικά το ντέφι της .
Οι συγχωριανοί και οι ξένοι μαζεύονται ύστερα από το μεσημεριανό φαγητό στο προαύλιο των μαγαζιών και το στήνουν στο χορό μέ­χρι που να κόψη η νύχτα και κει τραγουδούν ή χορεύουν κουτσοπίνοντας το αγνό πιοτό, το κρασάκι, πού είναι παραγωγή του τόπου, .
Οι πραματευτάδες κάτω από τη λάμπα της ασετιλίνης, διαλαλούν με στεντόρεια φωνή τα εμπορεύματα τους προσπαθώντας να προσελκύσουν την προσοχή κυρίως των πιτσιρικάδων ώστε να αγοράσουν όλα τα καλούδια που διαθέτουν όπως γλειφιτζούρια , τσατσάρες , σφυρίχτρες , κοκοράκια κ.ά.
Το πανηγύρι του χωριού είναι ένα από τα καλά έθιμα του χωριού και εορτάζεται μια φορά το χρόνο. Έτσι δίνεται ή ευκαιρία σ' όλο το συγγενολόι να Ίδη ό ένας τον άλλο και να φάνε και να γλεντήσουν μαζί και να πού έξω φτώχεια.


Καλή Χρονιά